Φευ, ου γαρ έρχεται μόνο κι όταν το συνειδητοποιείς έχει αποσώσει ο Εσπερινός κι αρχίζει η ολονυκτία.
Εκεί στα ξημερώματα, την ώρα που ουρλιάζουν οι λύκοι, λένε πως φεύγουν οι πολλοί για τ΄ αγύριστο ταξίδι το στερνό.
Μοναχικοί καβαλάρηδες ροβολάμε στη σιωπή, την αιώνια κι ας λένε οι άλλοι, για να παρηγορηθούν οι ίδιοι βέβαια, ότι συνεχίζεις να υπάρχεις και μετά, στους λειμώνες του παράδεισου και στη μνήμη αυτών που αγάπησες, που σ΄ αγάπησαν, στις θύμησες τω φίλων…
Μεταφυσικές ανησυχίες ο monahikoslikos δεν είχε ούτε και προτίθεται να αποκτήσει προσεχώς αλλά να…
Από την Παρασκευή ένας αφόρητος πόνος εκεί ψηλά στον ώμο, μου έχει αχρηστέψει το ζερβί που με δυσκολία υπακούει στις ανάγκες του πληκτρολόγιου κι έχει κάνει τον ύπνο μαρτύριο και το στομάχι φαρμακείο.
Και να μην ανήκεις και στη χορεία των «τυχερών», σαν τον
παπά που λέει «
δόξα σοι ο θεός» κάθε φορά που μέσα στη μαστούρα του ακούει κάποιον να τον ρωτά αν πονάει.
Ποιος θεός παπά μου και γιατί «δόξα σοι» όταν εσένα που τον πιστεύεις σου αλλάζει τον αδόξαστο στους πόνους, δεν λέω για μας, εμείς ζούμε στην πλάνη και γι αυτό τον «ψέλνουμε» κανονικά σαν πονάμε.
Να χεις τον πόνο σου τον αφόρητο και να πρέπει και να γράψεις, από πάνω, για να μην ακούσεις το πρωί το ευαγγελικό «
ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω» που έχει επανέλθει στη μόδα και δεν λαμβάνει υπόψη ανθρώπινες ή σωματικές αδυναμίες.
Εκτός κι αν είσαι οπαδός εκείνου του γάλλου σοσιαλιστή του
Πολ Λαφάργκ που έλεγε ότι “η δουλειά είναι η αιτία κάθε πνευματικού εκφυλισμού” και όμνυε στο «δικαίωμα στην τεμπελιά» οπότε τα γράφεις κανονικά τα ευαγγελικά και άλλα τινα τροπάρι των αφεντικών.
Αλλά αυτός ο Πόλ γαμπρός του
Μάρξ ήταν τι περίμενες να πει και να γράψει, «δουλεύετε για να χοντραίνουν τα καπούλια των αφεντικών», μην λέμε παρανοϊκά τέτοια ώρα.
Κι όσο ο πόνος επιμένει και μεγαλώνει και τα Mesulid αδυνατούν να τον φέρουν βόλτα και να τον καταπραΰνουν τόσο εγώ να «ρίχνω τα χαρτιά» να βρω την αιτία.
Για γιατρό ούτε λόγος βέβαια, αν περίμεναν οι γιατροί να ζήσουν από μένα επαίτες στις ρούγες της πολιτείας θα σεργιάνιζαν.
Από το πρωί, κι όσο ανεβαίνει ο ήλιος, μια σκέψη αδυσώπητη έχει σφηνωθεί στο κρανίο μου και με βασανίζει.
Ρε λες, να μου έριξε τίποτα στο τσίπουρο ο
geros, λες να μην του άρεσε το μαγαζί και θέλει να με συναντά
στην πόλη του εκεί που συνηθίζει να κόβει βόλτες, να μιλά με τους συγγενείς, φίλους και τους γνωστούς του;
Τι δεν ξέρετε το gero και την πόλη του; Για ρίξτε μια ματιά
εδώ,
Αλλά πάλι, μπα, δεν μπορεί να έκανε τέτοιο πράγμα ο geros, πρώτη φορά που ειδωθήκαμε κι ελπίζω όχι τελευταία, καλό ανθρωπάκι έδειχνε, περάσαμε όμορφα στου τζιτζικομέρμηγκα την τρύπα,
Κι αν κάποιοι δεν κατάλαβαν όπως λέει και η …άποψη, ε, τι να κάνουμε την άλλη φορά στου τζιτζικομέρμηγκα την τρύπα για σεμινάριο.